Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Συνομιλία με τον Θεό…


Ονειρεύτηκα ότι πήγα στο παράδεισο και συνομίλησα με  τον Θεό.

«Λοιπόν θέλεις να με ρωτήσεις κάτι»; με ρώτησε ο Θεός

- «Εάν έχεις τον χρόνο», του απάντησα.

Ο Θεός χαμογέλασε.. «Χρόνος μου είναι η αιωνιότητα...Λοιπόν τι σκοπεύεις να με ρωτήσεις;»

- «Tι σε εκπλήσσει στην ανθρωπότητα;», ήταν η πρώτη μου ερώτηση.
-
Ο Θεός μου απάντησε: 

«Ότι βαριούνται γρήγορα την παιδική τους ηλικία, βιάζονται να μεγαλώσουν, και όταν πια μεγαλώσουν θέλουν να ξαναγίνουν παιδιά. Έχουν πολλαπλασιάσει τα αποκτήματά τους, αλλά έχουν μειώσει τις αξίες τους. Μιλάνε πολύ, αγαπάνε σπανιότατα και μισούνε συχνότατα. Έχουν  μάθει πώς να «κερδίζουνε το ψωμί τους», αλλά όχι πώς να κερδίζουνε τη ζωή, προσθέσανε χρόνια στη ζωή, αλλά όχι ζωή στα χρόνια. 

Ταξιδεύουν στο φεγγάρι, αλλά δυσκολεύονται να διασχίσουν τον δρόμο, ώστε να συναντήσουν ένα νέο γείτονα. Κατακτήσανε το κενό του διαστήματος, αλλά όχι εσωτερικό τους κενό. Έχουν καθαρές  λεωφόρους, αλλά βρώμισαν την ψυχή τους, διασπάσανε το άτομο, αλλά όχι την εμπάθεια και την προκατάληψή τους. 

Έχουνε υψηλότερα εισοδήματα, αλλά χαμηλότερη ηθική,  γίνανε πολλοί σε ποσότητα, αλλά λίγοι σε ποιότητα. Ζούνε στην εποχή των ψηλών ανθρώπων, αλλά των μικρών χαρακτήρων, του γρήγορου κέρδους, αλλά των ρηχών σχέσεων.

Ότι βλάπτουν την υγεία τους στην προσπάθεια τους να βγάλουν πολλά χρήματα, και όταν τα βγάλουν, τα ξοδεύουν στην προσπάθεια τους να ανακτήσουν την και πάλι την κατεστραμμένη τους υγεία . Ότι έχουν άγχος για το μέλλον, αλλά ξεχνούν το παρόν, έτσι ώστε να μην ζουν ούτε στο παρόν ούτε στο μέλλον. Ότι ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ, και πεθαίνουν σαν να μην έζησαν ποτέ.»

Ο Θεός σταμάτησε,  και μείναμε για λίγο σιωπηλοί…

- Μετά από λίγο τον ρώτησα : «Ποια είναι τα μαθήματα που θέλεις τα παιδιά σου να πάρουν κατά την διάρκεια της ζωή τους;»

Ο Θεός μου απάντησε:

«Να μάθουν ότι ΔΕΝ μπορούν να κάνουν κανένα να τους αγαπήσει.
Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αφήσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν. 

Να μάθουν ότι χρειάζονται λίγα λεπτά για να πληγώσουν κάποιον που αγαπούν , αλλά χρειάζονται χρόνια για να γιατρέψουν τις πληγές που άνοιξαν. Το να τους συγχωρούν όμως οι άλλοι δεν είναι αρκετό. πρέπει οι ίδιοι να μάθουν να συγχωρούν τον εαυτό τους..

Να μάθουν ότι δυο άνθρωποι μπορεί να βλέπουν το ίδιο πράγμα , και να το αντιλαμβάνονται διαφορετικά. Kάθε άνθρωπος με πλησιάζει με το δικό του τρόπο: ορισμένοι με βεβαιότητα, άλλοι με άρνηση και μερικοί με αμφιβολία. Κάντε το καλό και να είστε καλοί. Αυτό και μόνο θα σας οδηγήσει στην ελευθερία και σε όποια αλήθεια σχετικά με εμένα υπάρχει….»

Βασισμένο στο "συνέντευξη με τον Θεό" (με πολλές προσθήκες και αλλαγές), του James J. Lachard (Jim Brown).

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Σάτυροι, Σειληνοί, Διόνυσος και αποκριές





Είναι γνωστή και ευρέως αποδεκτή η σχέση της Αποκριάς με τα πανάρχαια Διονυσιακά Μυστήρια. Ο Διόνυσος γεννιέται στην Αρκαδία. Και μαζί του γεννιέται το θέατρο. Η τραγωδία έχει τις απαρχές της στους θρησκευτικούς θιάσους του Διονύσου. Με τη χρήση της μάσκας οι μύστες δεν παρίσταναν απλά τον Θεό, γινόντουσαν αυτός ο ίδιος ο Θεός.



Η Διονυσιακή λατρεία όρισε τη θρησκευτικότητα της Αρκαδίας. Ειδικό τάγμα ιερέων, οι Μελιαστές, ήταν επιφορτισμένο με το καθήκον να διαμοιράζει τον ιερό οίνο. Γυναικεία τάγματα, οι περίφημες Μαινάδες, από τις οποίες παίρνει το όνομά του και το Μαίναλο τιμούσαν με νύκτιες ιεροπραξίες τον λατρευτό Θεό.



Οι αρχαίοι Έλληνες γιορτάζανε τα "Διονύσια" για να τιμήσουν τον Διόνυσο, τον προστάτη στις γονιμοποιές δυνάμεις στη γη και ξεχωριστά στ' αμπέλι και στο κρασί, που φανερά συνδυάζει την ορμή που έχουν το υγρό στοιχείο και η φωτιά, σμίγουν και γονιμοποιούν. Ο θεός πίστευαν πως ζούσε σε σπηλιά, περιπλεγμένη με κληματαριά. Όταν ωριμάσανε τα σταφύλια, έκοψε και γεύτηκε τον χυμό τους.



Ευχαριστήθηκε γεύση και μέθυσε. Πρόσφερε στους αγρότες, στους βοσκούς, στις νύμφες - βοσκοπούλες. Ήπιανε και νιώσανε να λύνονται οι κόποι, οι θλίψεις, οι αγωνίες, οι φροντίδες τους. Ξεκίνησε ο ωραίος και εύθυμος θεός. Τον ακολούθησαν παράφορα, στεφανωμένοι με κλήματα, όσα γεύτηκαν τον μούστο. Χοροπηδούσαν και φώναζαν "ευοί, ευάν", χτυπούσαν κύμβαλα και τύμπανα, παίζανε σύριγγες κι αυλούς, γυρίζανε παντού και ξαπλώνανε την καλλιέργεια στ' αμπέλι. Σκορπούσαν την ευθυμία, τη χαρά και την ξεγνοιασιά



Κοινό χαρακτηριστικό σ' αυτά τ' αποκριάτικα "δρώμενα" είναι η συμβολική τέλεση της σεξουαλικής πράξης "αφροδισία", που προκαλεί το γενετήσιο ένστικτο με την αμοιβαία έλξη ανάμεσα στα δύο φύλα. Τα αιδοία, τα εξωτερικά γεννητικά όργανα στον άνδρα ή τη γυναίκα, έχουνε πρωταγωνιστικό ρόλο στον λόγο και στην πράξη, στ' αποκριάτικα "δρώμενα".


Τα Ανθεστήρια, η Γιορτή των Λουλουδιών πρός τιμή του Διόνυσου Άνθιου ή Εύανθιου, τελούνταν στην Αθήνα πρός τα τέλη του Φεβρουαρίου, την 11η, 12η και 13η ημέρα του μήνα Ανθεστηριώνα. Tελούνταν κατά την πανσέληνο, μετά δύο πανσέληνους από το Χειμερηνό Ηλιοστάσιο. Θεωρείτο η εποχή που ο Δίας ζευγάρωσε με τη Σεμέλη ή την Περσεφόνη,  και συνέλαβε το Διόνυσο. Γιορταζόταν δηλαδή τη σύλληψη του Διονύσου αφενός, αλλά και την άνοδο του απο τον Κάτω Κόσμο, η οποία συντελείτο στα Λήναια, περίπου στις 2 Φεβρουαρίου. Τότε ήταν η εποχή που το κρασί είχε ωριμάσει και ήταν έτοιμο για να το ποιούν, τότε προσέφεραν και τις πρώτες προσφορές καρπών για να έχουν καλή σοδειά. Ωστόσο, ήταν και η πιό σημαντική Γιορτή των Νεκρών, όχι μόνο επειδή είχε αναδυθεί από τον Άδη ο Διόνυσος, αλλά και επειδή η Μητέρα Γή μαζί με τους καρπούς που προσέφερε, αγκάλιαζε και στους κόλπους της τους νεκρούς. 

Συνδύαζαν λοιπόν τη γιορτή πρός τιμήν της ομορφιάς, και της καρποφορίας της γής, άνοιγαν τα νέα γιοματάρια και γεύονταν κάθε είδους ευχαρίστηση, χαιρετώντας με αυτόν τον τρόπο και τους νεκρούς τους. Τους μασκερεμένους, ο Αριστοφάνης ονομάζει "Ονοκώλες". Σ' όλους τους μύθους, ο Διόνυσος παρουσιάζεται ανάμεσα σε μια θορυβώδικη ακολουθία, όπου οι Μαινάδες αποτελούν το θηλυκό στοιχείο και οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και ο Πάνας το αρσενικό.


Οι Μαινάδες, που ονομάζονταν επίσης και Βάκχες, ήταν Νύμφες. Οι Νύμφες είχαν αναθρέψει τον Διόνυσο στο βουνό Νύσα. Έγιναν οι πιστές ακόλουθες και συντρόφισσες του θεού του αμπελιού και τις βλέπουμε να καταγίνονται πρόθυμα με τον τρύγο, μαζί με τους Σειληνούς συχνά. Εμψυχωμένες από τον Διόνυσο, από το πνεύμα του θεού, ρίχνονταν αναμαλλιασμένες σε τρελές ορμητικές και ακανόνιστες διαδρομές, σαν με πηδήματα ελαφίνας, που προσπαθεί να ξεφύγει από την καταδίωξη του κυνηγού. Βγάζουν δυνατές κραυγές, χτυπώντας κρόταλα σαν μανιασμένες. 



Στεφανωμένες με κληματόφυλλα ή με κισσό, φορούσαν, όπως ο Διόνυσος, νεβρίδα, φόρεμα ελαφρό που δεν θα τις εμπόδιζε να παραδίνονται στο χορό, το αγαπημένο τους γλέντι. Πολύ συχνά τις συνόδευαν ζώα. Γίδες, ελάφια, πάνθηρες, λιοντάρια, έχοντας κάποιες φορές στα χέρια τους και φίδια. Όπως ο ίδιος ο Διόνυσος κρατούν κι αυτές το θύρσο, που τον στολίζουν με κισσό ή και με κληματόφυλλα.



Δίπλα στις Μαινάδες ως συμπλήρωμά τους στη συνοδεία του Διονύσου υπήρχαν όντα ειδικού χαρακτήρα, μισο-άνθρωποι και μισο-ζώα, οι Σάτυροι και οι Σειληνοί,



Οι Σειληνοί ήταν δαίμονες των ρεόντων υδάτων και της ευφορίας της γης, σύντροφοι του Διόνυσου. Αν και συχνά συγχέονται με τους Σάτυρους, ήταν διαφορετικά πλάσματα. Έμοιαζαν αρκετά με Κένταυρους, έχοντας αυτιά, ουρά και οπλές αλόγου και κατάγονταν από τη Θράκη και τη Φρυγία.



Αρχηγός τους ήταν ο Σειληνός, που είχε διαπαιδαγωγήσει το θεό Διόνυσο και που χρησίμευε σαν μάντης στους ανθρώπους, μόνο όμως αφού αυτοί τον μεθούσαν. Οι Σειληνοί συνήθως διασκέδαζαν το Διόνυσο παίζοντας μουσική και χορεύοντας με τις Μαινάδες, ενώ κατά το μύθο είχαν πολεμήσει μαζί με το Διόνυσο εναντίον των Γιγάντων.



Οι Σειληνοί εμφανίζονται με αφτιά και ουρά αλόγων και πολλές φορές είναι οπλισμένοι. Ωστόσο, η αρχαία πλαστική τούς παρουσίαζε άλλοτε γέρους με πατρική έκφραση να κρατούν στην αγκαλιά τους τον Βάκχο σε νηπιακή ηλικία, και άλλοτε πάλι κοντόχοντρους και μεθυσμένους άντρες, αποκρουστικούς στην όψη, στεφανωμένους με κληματόφυλλα και σταφύλια να κρατούν θύρσο ή ραβδί. Πολλές φορές ήταν ξαπλωμένοι δίπλα σε ασκί και άλλοτε πάνω σε γάιδαρο, που ήταν και το ιερό τους ζώο.



Ο γνωστότερος από τους Σειληνούς ήταν, κατά τη μυθολογία, ο ομώνυμος βασιλιάς της Νίσας στη Λιβύη, ο οποίος ήταν γιος του Ερμή ή του Πάνα και κάποιας Νύμφης (Βλ. λ. Σειληνός). Οι Σειληνοί ήταν χθόνιες θεότητες με αμφίσημο χαρακτήρα. Αφενός εμφανίζονται να έχουν βίαιο και λάγνο χαρακτήρα που τους φέρνει σε προστριβές με τις Νύμφες. Ως τέτοιοι παρουσιάζονται σαν αποτρόπαιοι δαίμονες (όπως η Γοργώ, η Μέδουσα ή οι Ερινύες) αποτρέποντας το κακό που οι ίδιοι συμβολίζουν.

 Άγαλμα του Σειληνού, Θέατρο Διονύσου, Αθήνα 1882



Ωστόσο, οι εξατομικευμένες μορφές Σειληνών όπως ο Σειληνός ή ο Μαρσύας παρουσιάζονται ως ευεργετικοί δαίμονες. Παρουσιάζονταν ως σοφοί δάσκαλοι και μάντεις που είχαν στενή σχέση με τη μουσική. Αυτός ο διττός χαρακτήρας τους προκύπτει από το ότι οι Σειληνοί ήταν χθόνιες θεότητες (όπως ο Πάνας ή οι Κένταυροι) που μεσολαβούν μεταξύ του πάνω και του κάτω Κόσμου. Έτσι σχετίζονται τόσο με τη γονιμότητα όσο και με τον θάνατο.Είναι ακριβώς ο χθόνιος χαρακτήρας τους που τους συνδέει με τον Διόνυσο, επίσης χθόνια θεότητα.



Ο αλογόμορφος χαρακτήρας τους συνδέεται επίσης με τη βακχική μανία, καθώς το άλογο στην αρχαία Ελλάδα ήταν σύμβολο της επιληψίας και της θείας μανίας.
Ο Friedrich Nietzsche στην Γέννηση της Τραγωδίας ( μτφ Νίκου Καζαντζάκη) , αναφέρει την ακόλουθη ιστορία, με τίτλο «Tι είναι για τον άνθρωπο το πιο επιθυμητό και πιο πολύτιμο αγαθό;», και με πρωταγωνιστή τον Σειληνό και τον βασιλιά Μίδα.



Κάποια αρχαία ελληνική παράδοση, που διηγείται ο Νίτσε, λέει πως, ο βασιλιάς Μίδας, κάποτε, κυνήγησε πολλή ώρα στο δασός το γερο Σειληνό, τον σύντροφο του Διόνυσου, χωρίς να μπορέσει να τον φτάσει. Όταν επιτέλους κατόρθωσε να τον πιάσει, ο βασιλιάς τον ερώτησε τι είναι για τον άνθρωπο το πιο επιθυμητό και πιο πολύτιμο αγαθό. Ακίνητος και πεισμωμένος ο δαίμων έμενε άφωνος, έως ότου, εξαναγκασμένος από τον νικητή του, ξέσπασε στα γέλια και άφησε να του ξεφύγουν αυτά τα λόγια :



“φυλή άθλια κι εφήμερη , παιδί της τύχης και της οδύνης, γιατί με αναγκάζεις να σου αποκαλύψει πράγμα που θα ήταν καλύτερα για σένα να μη γνωρίσεις ποτέ; Ο,τι περισσότερο απ όλα πρέπει να επιθυμείς, σου είναι αδύνατον να τα αποκτήσεις: το καλύτερο για σένα είναι να μην έχεις ποτέ γεννηθεί , να μην υπάρχεις, να πέσεις στην ανυπαρξία. Ύστερα από αυτό ο,τι περισσότερο πρέπει να επιθυμείς, είναι να πεθάνεις το γρηγορότερο»



Από μιαν ορισμένη εποχή και ύστερα, η διάκριση ανάμεσα στους Σάτυρους και τους Σειληνούς εξαφανίστηκε και γενικά τους συγχέουν δίνοντάς τους αδιάφορα το ένα ή το άλλο όνομα. Στις καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις επικράτησε περισσότερο ο τύπος του Σάτυρου με αυτιά και ουρά αλόγου.



Ο αριθμός των Σειληνών είναι απροσδιόριστος. Ένας τους ωστόσο έχει ειδική θέση ο οποίος θεωρείται ότι διαπαιδαγώγησε τον Διόνυσο. Έλεγαν πως ήταν γιος του Πανός και μιας Νύμφης. Άλλοι όμως συγγραφείς θεωρούσαν πατέρα του τον Απόλλωνα.





Κατά έναν άλλο μύθο ότι είχε γεννηθεί όπως οι Γίγαντες, από τις σταλαγματιές του αίματος του ακρωτηριασμένου Ουρανού. Διέμενε στο βουνό Νύσα που, κατά το μύθο, ανατράφηκε από τις Νύμφες ο Διόνυσος. Αυτές εμπιστεύθηκαν τη μόρφωση του νέου θεού στο Σειληνό, που έγινε κατά κάποιο τρόπο αχώριστος σύντροφός του. 

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Σειληνός είχε πιαστεί πολλές φορές από θνητούς που ήθελαν να φωτιστούν από τη σοφία του. Στην έκτη "Εκλογή" του, ο Βιργίλιος διηγείται, πως δύο τσοπανόπουλα, που τους είχε στ' αστεία συχνά υποσχεθεί ο Σειληνός να τους πει ένα από τα τραγούδια του, βρήκαν το γερο-Σειληνό σε μια σπηλιά μέσα να κοιμάται. Τον έδεσαν με τη βοήθεια της Νύμφης Αίγλης με το στεφάνι που είχε γλιστρήσει μέσα στον ύπνο του από το κεφάλι του.



Σαν ξύπνησε, γέλασε με την πονηριά τους κι άρχισε ένα τραγούδι για το πως γεννήθηκε ο κόσμος και το κάθε τι που ζει, λέγοντάς τους πανάρχαιους μύθους του Κρόνου, της Πύρρας και του Προμηθέα. Έτρεξαν όλα τα γύρω ζωντανά κοντά του να τον ακούσουν.



Να ακούσουν το τραγούδι του γερο-Σειληνού, ακόμα κι οι βαλανιδιές σαλεύανε τις κορυφές τους. Στην Ακρόπολη της Αθήνας έδειχναν μια πέτρα όπου είχε καθίσει Σειληνός να ξαποστάσει, τότε που είχε έρθει μαζί με τον Διόνυσο στην πρωτεύουσα της Αττικής.



Στην αγορά της Ήλιδας, στην Πελοπόννησο, υπήρχε ένας ναός αφιερωμένος στον Σειληνό, με άγαλμα του θεού που η Μέθη του πρόσφερε ένα κύπελλο γεμάτο κρασί. Και στον Μαλέα της Λακωνίας τιμούσαν επίσης τον Σειληνό, όπου είχε εγκατασταθεί ο σύντροφος τούτος του Διονύσου, καθώς πίστευαν. Και στη Φολόη, ως έλεγαν είχε αποκτήσει ο Σειληνός από τη Νύμφη Μελία τον Κένταυρο τον Φόλο.



Σύμφωνα με κάποιο μύθο που αναφέρει ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας, πίστευαν οι Αρκάδες πως ο Σειληνός ήταν πατέρας του "Νομίου Απόλλωνος", του προστάτη των κοπαδιών δηλαδή. Σε μεταγενέστερη εποχή θεωρούσαν γιο του Σειληνού ένα μυθικό πρόσωπο, τον Στάφυλο, που πρώτος ανακάτεψε το κρασί με το νερό. Ένας Αιγύπτιος συγγραφέας, ο Νόννος, αναφέρει τρεις γιους του Σειληνού: τον Αστραίο, τον Μάρωνα και τον Ληνέο.



Οι Σειληνοί απεικονίζονται συχνά χορεύοντας με τις Μαινάδες, και ήταν και μουσικοί. Η λύρα δεν ήταν άγνωστη στους Σειληνούς, που συνόδευαν τα τραγούδια τους μ' αυτή. Παράδειγμα, ο μύθος του Σάτυρου Μαρσύα που προκάλεσε τον Απόλλωνα με τη λύρα του.Πριν να συσχετιστούν με τον Διόνυσο οι Σειληνοί και οι Σάτυροι υπήρχαν ως χωριστές οντότητες στη φαντασία των Ελλήνων.



Εξηγούσαν το συνδυασμό τους αυτό με το θεό, στην αρχαιότητα, με τη μεγάλη έλξη που ασκούσε η νέα, η διονυσιακή λατρεία που υιοθετεί σιγά σιγά τα δευτερεύοντα πνεύματα των νερών, των δασών και των πηγών. Οι Σάτυροι ξανάρχισαν για τον Διόνυσο τους τελετουργικούς χορούς, που είχαν άλλοτε εκτελέσει για την Κυβέλη. Οι εξωτικές τελετές αυτής της λατρείας προκαλούσαν στους πιστούς κρίσεις ενθουσιασμού: πίστευαν πως είχαν καταληφθεί απ' το θεό και πως μεταμορφώνονταν σε ιερά ζώα, τράγους και άλογα (Σάτυρους και Σειληνούς)



Οι Σειληνοί βοήθησαν τον Διόνυσο κατά τη Γιγαντομαχία, καβάλα σε γαϊδάρους, που τα γκαρίσματά τους τρομοκράτησαν τους αντίπαλους των Ολύμπιων. Ένα αγγείο αρχαϊκής εποχής δείχνει τον Διόνυσο να μπήγει το θύρσο του στο σώμα ενός Γίγαντα που είχε πέσει κάτω, ενώ ένας πάνθηρας χώνει τα δόντια του στο στήθος του.



Οι δυο Σειληνοί τρέχουν προς το μέρος του Γίγαντα, που ο ένας τους κρατάει στο δεξί του μπράτσο ένα δέρμα πάνθηρα και με το αριστερό του χέρι παίρνει από κάτω μια πέτρα για να τη ρίξει κατά του πεσμένου Γίγαντα, ενώ ο σύντροφός του κρατάει ασπίδα και δόρυ με την αιχμή του προς τα κάτω. Στην άλλη πλευρά του αγγείου απεικονίζεται ένας οπλισμένος Σειληνός πάνω σε πολεμικό άρμα, που δυο άλλοι το σέρνουν άοπλοι και πίσω από το άρμα ένας τέταρτος Σειληνός σαλπίζει.

Σύνθεση, κύρια πηγή: ellinis.blogspot.gr

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία



Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Ο Οιδίποδας αιώνιο σύμβολο της άγνοιας








Ο οιδιπόδειος κύκλος δεν είναι ένα δόγμα της μοίρας, ούτε απλά ένα δράμα χαρακτήρων, μια ηθικολογική τραγωδία. Είναι δράμα αποκάλυψης η αποκαλυπτική δράση οδηγεί τον ήρωα να μάθει την αλήθεια για τον εαυτό του και συγχρόνως τον οδηγεί στην καταστροφή του.

Είναι το σύμβολο του ανθρώπου που αγωνίζεται με πάθος να βρει τα μυστικά της ζωής. Ο αιώνιος αναζητητής της αλήθειας που ξεκινά την περιπέτεια της εξόδου από τον αμέριμνο κόσμο της άγνοιας. Ο τραγικός σοφόκλειος ήρωας αποτελεί το συνώνυμο της άγνοιας, της έλλειψης γνώσης. Όλη του η ζωή ήταν εγκλωβισμένη μέσα στη αγνωσία. Ο τραγικός του γάμος, η πρωτύτερη δολοφονία του πατέρα του, η απόκτηση παιδιών με τη μητέρα του, όλα δείχνουν την ποιητική αποτύπωση των συνεπειών της άγνοιας και το μυθολογικό φόβο των θνητών για το άγνωστο.

Πριν από την γέννηση του Οιδίποδα ο βασιλιάς της Θήβας Λάιος, αποφάσισε να μάθει το πεπρωμένο του σχετικά με την απόκτηση διαδόχου, επειδή η γυναίκα του, η Ιοκάστη δεν είχε κυοφορήσει ποτέ, παρά τις πολύχρονες προσπάθειες. Ο Θεός Απόλλωνας μέσω της Πυθίας του διεμήνυσε, πως θα αποκτούσε γιο και πως αυτός μάλιστα θα τον σκότωνε.

Ο Λάιος, έχοντας γνώση του χρησμού μόλις γεννήθηκε το παιδί, το έδεσε από τα πόδια (εξ ου και το όνομα Οιδίπους (οίδημα(=πρήξιμο) + πους(=πόδι)) και τον έδωσε σ΄ έναν δούλο, τον οποίο διέταξε να τον αφήσει έκθετο στο όρος Κιθαιρών. Με αυτόν τον τρόπο εναπόθετε την τύχη του βρέφους στα χέρια των Θεών ή της Τύχης, όπως αναφωνεί στην τραγωδία «Οιδίπους Τύρανος» του Σοφοκλή, ο ίδιος ο ήρωας. Ένας βοσκός όμως βρήκε το παιδί και το παρέδωσε στην γυναίκα του βασιλιά της Κορίνθου, την Μερόπη. Αυτοί μην έχοντας παιδιά, τον δέχτηκαν σαν «θείο δώρο». Έτσι ο Οιδίποδας έζησε και μεγάλωσε στα παλάτια της Κορίνθου, σαν γνήσιος και νόμιμος κληρονόμος του θρόνου.

Ο Οιδίποδας  κατευθύνεται στο Μαντείο των Δελφών για να μάθει την αλήθεια. Συνεχίζοντας το ταξίδι του και αποφεύγοντας να γυρίσει στην υποτιθέμενη πατρίδα του, επιστρέφει χωρίς να το ξέρει στην αληθινή πατρίδα του. Στη διαδρομή δολοφονεί τον πατέρα του για ασήμαντη αφορμή εν αμύνη. Κι όμως ο ήρωας που έμελλε να αλλάξει την πορεία της Θήβας δε γνώριζε ότι συμπλέκονταν με τον αληθινό του πατέρα. Είναι ο ίδιος ήρωας που κατορθώνει να λύσει το περίφημο αίνιγμα της σφίγγας που μέχρι τότε είχε οδηγήσει στο θάνατο τόσους νέους ανθρώπους. Λύνει το αίνιγμα για να καταστεί σύμβολο της σοφίας.

Ως δώρο της εξόντωσης του τέρατος ήταν ο γάμος του με τη χήρα πια βασίλισσα και ο ενθρονισμός του στην πατρογονική του πόλη -που ακόμη εξακολουθούσε να μην το γνωρίζει. Ο σοφός βασιλιάς φαίνεται να ζούσε για χρόνια ευτυχισμένος -οικογενειακά και πολιτικά- μέχρι να πέσει λοιμός στη Θήβα, να μάθει την αλήθεια και να φτάσει η ολοκληρωτική του πτώση στα μάτια θεών και θνητών μέσα στους επόμενους αιώνες. Χλευάστηκε. Ο Οιδίπους αυτοτυφλώνεται προτίμησε να ζήσει στη δική του ερμηνεία των πραγμάτων, στην οπτασία που τον έκλεισαν οι θεοί χωρίς να προσπαθεί να ξεφύγει.



Ο Οιδίπους, που έγινε τύραννος χάριν της γνώσης του, θα χάσει την εξουσία του μόλις μάθει την αλήθεια. Η αλήθεια εμφανίζεται πλέον ως ασύμβατη με τη σοφία. Ο βασιλιάς είναι αδαής, άπορος, έχει πλήρη άγνοια με τον ίδιο βαθμό πληρότητας που είχε η γνώση της απάντησης στο αίνιγμα της Σφίγγας. Κι όμως αυτή του η απάντηση που τον κατέστησε τον πλέον σοφό και τον οδήγησε στην αλαζονεία: ηύρηκεν ολομόναχος, την λύση και του αινίγματος και του χρησμού. Η άγνοια αυτή μέσω της γνώσης, δεν αντανακλά απλά την αλαζονεία του, αλλά την ύπαρξη τόσων πληροφοριών που τελικά δεν μπόρεσε να τις αξιολογήσει κατάλληλα και να οδηγηθεί στα σωστά συμπεράσματα. 





Είχε τις πληροφορίες που χρειάζονταν ώστε σύντομα να αντιληφθεί το παρελθόν και τον παρόν, αλλά προτίμησε να μείνει προσκολλημένος στο φαντασιακό που έπλασε για τις γνώσεις και την σοφία του. Είναι καταδικασμένος να ζει στο σκοτάδι της άγνοιας και του πόνου μέσα σ' έναν παράλογο και μυστηριώδη κόσμο, και, παλεύοντας συνεχώς, να οδηγείται παρά τη θέλησή του στη μοιραία κατάληξη, την a priori καταδίκη του σε θάνατο, που τη γνωρίζει, αφού είναι το μόνο από τα όντα που έχει επίγνωση του θανάτου.

Η άγνοια όμως αυτή του Οιδίποδα ήταν η ρίζα όλων των κακών. Προσηλωμένος στη μορφή και στην ύλη ο ήρωας οδηγείται στις δικές του αυταπάτες. Όπως επισημαίνει ο Blum η αναζήτηση της επίγνωσης – ενόρασης ήταν πάντα παράλληλη με την ευλογία της άγνοιας. Αυτό αντανακλάται στην ταλαιπωρία του Οιδίποδα μεταξύ του γνωρίζω – δεν γνωρίζω, μια αμφιταλάντευση η οποία παραπέμπει στην αμφιθυμία του. Η σύζευξη του ότι ο Οιδίποδας αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα τον μωρότερο και τον εξυπνότερο άνθρωπο, σηματοδοτείται στην επίλυση του αινίγματος της Σφίγγας:

Η Σφίγγα, με γυναικείο πρόσωπο και μπούστο, είχε πόδια και ουρά λιονταριού και έφερε φτερά. Έλεγαν ότι ήταν κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας, αλλά σύμφωνα με μια άλλη παράδοση ήταν νόθα κόρη του Λάϊου. Είχε διαλέξει για κατάλυμα ένα βράχο κοντά στη Θήβα, από όπου περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στην πόλη. Η Σφίγγα σταματούσε όλους τους περαστικούς και απαιτούσε να βρίσκουν λύση σε πολύπλοκους γρίφους. Όποιος δεν έβρισκε τη λύση έβρισκε τον θάνατο: η Σφίγγα τον έτρωγε.

Ο κίνδυνος ήταν τόσο μεγάλος, που η βασίλισσα Ιοκάστη, γυναίκα/χήρα του Λάϊου έφτασε στο σημείο να προσφέρει το θρόνο της Θήβας σε όποιον απαντούσε σωστά και εξολόθρευε το τέρας. Η Σφίγγα σταμάτησε τον Οιδίποδα και τον ρώτησε:

- «Ποιό είναι το πλάσμα που το πρωί περπατά με τέσσερα, το μεσημέρι με δύο και το βράδυ με τρία πόδια;»

Εκείνος απάντησε αμέσως: «Ο άνθρωπος. Περπατά στα τέσσερα όταν είναι μικρός, στα δύο όταν μεγαλώσει και στα τρία όταν γεράσει, αφού χρησιμοποιεί μπαστούνι».

Η Σφίγγα εκνευρισμένη ζήτησε να λυθεί και δεύτερος γρίφος:

- «Ποιές είναι οι δύο αδελφές που γεννούν η μία την άλλη και η δεύτερη γεννά με τη σειρά της την πρώτη;»

Και πάλι ο Οιδίπους απάντησε γρήγορα: «Η νύχτα και η ημέρα».

Η Σφίγγα απελπίστηκε, γκρεμίστηκε από τον βράχο και σκοτώθηκε.
Αυτό το πασίγνωστο επεισόδιο έχει ένα ολοφάνερο νόημα: η απάντηση στην ερώτηση της Σφίγγας (και στην αναζήτηση του Οιδίποδα, την οποία, σε μια καίρια στιγμή, συνοψίζει και συμβολίζει) είναι ο άνθρωπος. Για να ανακαλύψει τον εαυτό του ξεκίνησε την περιπλάνησή του ο Οιδίπους. Γύρευε τον πατέρα, τη μητέρα, γύρευε τις ρίζες του, δηλαδή, ο συμβολισμός εδώ είναι η γνώση της αληθινής του φύσης.





Ωστόσο, ο μύθος περικλείει κι άλλο ένα νόημα. Ο Οιδίπους συμβολίζει τον ίδιο τον άνθρωπο. Το μυστικό της ζωής του, της ασύνειδης και τραγικής, είναι το ίδιο με το μυστικό της ανθρώπινης φύσης, το οποίο η συνείδηση αγωνίζεται τις περισσότερες φορές να καταπνίξει, ενώ ο μύθος το φανερώνει με μεταφορικό λόγο. Επειδή ο Οιδίπους ήταν ο μόνος που εξιχνύασε το μυστικό της Σφίγγας και το μυστήριο του ανθρώπου, υπήρξε συγχρόνως ο μόνος που οδήγησε ως τα άκρα την ζήτηση της τρομερής, μα αναπόδραστης αλήθειας. Από τους αρχαίους ακόμη χρόνους θεωρήθηκε ως ένας ήρωας καθ’οδόν προς την επίγνωση.

Ο άνθρωπος είναι το ανώτερο ζώο,διότι μπορεί να μιμηθεί ΟΛΑ τα άλλα ζώα,μπορεί να κολυμπάει και να καταδύεται για ώρες,μπορεί να πετάξει,να περπατήσει,να τρέξει,και άμα τον πιάσουν τα μαζοχιστικά του αρχίζει να έρπεται σαν σκουλήκι στη γη.Έτσι είναι,ο άνθρωπος μπορεί να αφομοιώσει τη Γνώση όλων των υπόλοιπων ζωικών μορφών,συμπυκνώνοντας ό,τι πιο σιχαμένο και ό,τι πιο μεγαλειώδες κρύβει η Φύση,ό,τι πιο ισχυρό και ό,τι πιο αδύναμο.Αυτή είναι και η έννοια του άξονα Λέων-Υδροχόος,ο βασιλιάς ο Λέων συμβολίζει το ζενίθ του Μεγάλου Μεσημεριού,τη μέγιστη εξωτερίκευση όλης της ζωικής δύναμης και ο Υδροχόος την εσωτερίκευση όλης της Ζωικής Δύναμης,η Κατάφαση και Κατανόηση ΟΛΩΝ των μορφών.

Το γατί ο Οιδίπους τα κατάλαβε όλα,κατάλαβε τη Λογική Συνέχεια του Έργου,γιάυτό και υπέφερε τόσο,διότι η Γνώση είναι Αμαρτία απέναντι στη Ζωή.Οιδίπους σημαίνει Αυτός που Γνωρίζει,σημαίνει,όμως,και Αυτός που Υποφέρει,ο δύσμοιρος άντρας με τα τρυπημένα πόδια που από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε υπέφερε από τους Πόνους.

Οφείλουμε, έτσι, ερμηνεύοντας το Σοφοκλή ότι η οιδιπόδεια άγνοια για τον ποιητή ουδέποτε αποτέλεσε κάτι το θετικό. Δεν είναι προοπτική και στάση ζωής, αλλά αντίθετα αιτία για τραγικό τέλος, αφορμή και σύμβολο προκειμένου να διδάξει τη δύναμη της γνώσης και της κρίσης στους θεατές του. Γιατί ο Οιδίποδας δεν αποτελεί ένα τυχαίο πρόσωπο που έπεσε στη θεϊκή δίνη της άγνοιας, αλλά και το σύμβολο της σοφίας. Είναι εκείνος που γνώριζε όλες τις απαντήσεις, που είχε όλη τη σοφία να βρίσκει λύσεις κατατροπώνοντας τέρατα. Κι όμως ο σοφός άνθρωπος μέσα στον παραλογισμό της αλαζονείας του δεν ανακάλυψε το παιχνίδι των θεών. Και τούτο το ανακάλυψε πολύ μετά την ίδια τη μητέρα και σύζυγό του.

Έτσι, ο Οιδίποδας καθίσταται στη δραματική ποιητική γλώσσα το αιώνιο σύμβολο της ανειδημοσύνης που ενώ ζούσε μέσα σε ένα καταιγισμό πληροφοριών που αρνούνταν να τις αξιολογήσει ορθολογικά. Η άγνοια τον οδήγησε μόνο πρόσκαιρα στην ευτυχία και την επιτυχία, αλλά τελικά τον έφερε στην καταστροφή, στον αιώνιο χλευασμό των θνητών. Τιμωρήθηκε από τα ίδια του τα χέρια για εκείνα που γίνονταν μπροστά του, για εκείνα που πληροφορούνταν, αλλά δεν μπορούσε να το κρίνει. Προτιμούσε να ζει μέσα στην άγνοια της αλαζονείας

Ένα κεντρικό σημείο στον Οιδίποδα του Σοφοκλή είναι το αίτημα του Τειρεσία προς τον ήρωα μη ρωτάς. Ο τυφλός και αμφίφυλος άνθρωπος, γνώριζε ότι η περιέργεια του Οιδίποδα θα προκαλούσε μια τρομακτική απάντηση την οποία ο βασιλιάς της Θήβας δεν περίμενε και δεν θα έπρεπε να ξέρει. Το ίδιο όμως το μη ρωτάς είναι η παρότρυνση που ακούμε και σήμερα για την ευτυχία που προκαλεί η άγνοια, το να ζει δηλαδή κανείς μέσα στην παραίσθηση των απαντήσεων, αλλά όχι στα συμπεράσματα. Παραδόξως το "μη ρωτάς", είναι ο τρόπος ζωής μέσα στην ερώτηση. Στις μέρες μας, έχουμε φτάσει σε μια συνθήκη πολιτισμού κατά την οποία η συνειδητοποίηση έχει να κάνει με το αντικείμενο, αλλά όχι με το υποκείμενο. Το αντικείμενο ελεύθερο από υποκειμενικότητα και μετακινούμενο από κάθε άμεση σχετικότητα στον ορίζοντα του, βρίσκεται σε άμεση αντίληψη.

Επιμύθιο:
 
Σύμφωνα με τον Νίτσε: Ο Οιδίποδας είναι ο άνθρωπος που έχει αλλοτριωθεί από την υπόλοιπη φύση και, συνεπώς, έχει αποκοπεί από τη διανοητική του δύναμη, η οποία είναι σε θέση να διερευνήσει τα μυστικά της φύσης και ν’ αρπάξει απ’ αυτήν το μυστικό της θέσης του ανθρώπου μέσα σ’ αυτήν. Ο Νίτσε διακρίνει μια τριπλή μοίρα στον Οιδίποδα: -την απάντηση στο αίνιγμα -το φόνο του πατέρα -το γάμο με τη μητέρα
Αυτή η τριπλή μοίρα υπογραμμίζει την αφυσικότητα αυτής της φοβερής σοφίας. Πρόκειται για ένα βλέμμα στην άβυσσο. Ο τραγικός ήρωας βγαίνει από εκεί φέρνοντας τη «φωτεινή μεταεικόνα και γίνεται τέρας. Η ακραία αφυσικότητά του συμβολίζεται από την αιμομικτική ένωση.

Σύμφωνα με τον Φρόυντ: Η αμφισημία της γνώσης έγκειται στην αντίθεση ανάμεσα στα διανοητικά κατορθώματα του ήρωα και σε ένα είδος γνώσης που κατέληξε να γίνει άγνοια μέσα από την πίεση. Η κρυμμένη βία που υπάρχει στο παρελθόν δεν είναι τυχαία. Η αναγκαιότητα να παντρευτεί ο Οιδίποδας τη μητέρα του και να σκοτώσει τον πατέρα του, όπως διατυπώνεται στο χρησμό, είναι η μοίρα στην οποία υπόκειται ο καθένας μας, μέσα στις καταπιεσμένες επιθυμίες του ασυνείδητου.  Έτσι, αιμομιξία και πατροκτονία συμφωνούν με την ήρεμη αντικειμενικότητα του χρησμού, ο οποίος στο Σοφοκλή παρουσιάζεται ως περιγραφική διατύπωση του τι θα συμβεί.

 Στον Οιδίποδα διακρίνουμε:

* Την κοινή μοίρα, τον τραγικό κλήρο του ανθρώπου, που έρχεται στον κόσμο χωρίς να ερωτηθεί, είναι προορισμένος ν’ αγωνίζεται στα τυφλά και να λύνει αινίγματα που του επιβάλλονται μυστηριωδώς.
*Το αδιάλλακτο πείσμα του ανθρώπου που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει το μυστικό της ύπαρξής του, που το κρατούν, ωστόσο, ζηλόφθονα οι θεοί.
* Τον άνθρωπο που θέλει να δικαιώσει την ύπαρξή του, μα που αδυνατεί να προβλέψει τις συνέπειες των πράξεών του.
* Τον άνθρωπο πο υ είναι καταδικασμένος να ζει στο σκοτάδι της άγνοιας και του πόνου του.

Σύνθεση, κύρια πηγή chldimos.blogspot.gr
 

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία



Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Η επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους


Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο το 1834, η Αθήνα αναλαμβάνει την πρωτοκαθεδρία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και προκειμένου να καλύψει τα ‘κενά’ που άφησε η τουρκοκρατία, επιδίδεται σε έναν αγώνα ταχύτητας. «Mια νέα πόλη ιδρυόταν στην τοποθεσία της αρχαίας πόλης και μιας μεσαιωνικής κωμόπολης ολοσχερώς κατεστραμμένης μετά από τέσσερις αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας, […]μια νέα πρωτεύουσα, μια πόλη τεχνητή, δημιουργημένη από το κράτος, τους Βαυαρούς και τη μεταπρατική αστική τάξη».Υπό αυτές τις συνθήκες λοιπόν, το όραμα της προόδου ταυτίστηκε με τον εξευρωπαϊσμό που εξ’ ορισμού επέβαλε τη ρήξη με το άμεσα πρότερο παρελθόν. Οι πολλαπλές και αδιόρατες συνδέσεις του Ελληνισμού με την Τουρκοκρατία έπρεπε να ξεχαστούν.

Το εισαγόμενο αρχιτεκτονικό ιδίωμα του ‘ελληνικού κλασικισμού’, ή απλά ο ‘νεοκλασικισμός’ επιβλήθηκε και καθιερώθηκε ως κυρίαρχη αισθητική επιταγή (αρχικά στην επικράτεια της πρωτεύουσας και έπειτα και στις περιφερειακές πόλεις) χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ή αντίσταση. «Ως διαδεδομένο ρεύμα στη δυτική Ευρώπη συνέδεε οπτικά την Αθήνα με τις άλλες πόλεις που η νέα πρωτεύουσα επιθυμούσε να μιμηθεί: με τις ορατές αναφορές στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν τεκμηρίωνε την επιθυμία επιστροφής της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής στη χώρα καταγωγής της». Η Αθήνα συνεπώς χτίστηκε σύμφωνα με χάρτες και οδηγίες άλλων πόλεων: της Αθήνας του παρελθόντος από τη μία και των σύγχρονων ευρωπαϊκών πόλεων από την άλλη.

Μέσα στα 30 πρώτα χρόνια ζωής του ελληνικού κράτους, Βαυαροί μηχανικοί (μαζί με ντόπιους τεχνίτες) είχαν ήδη κατασκευάσει, αναπαράγοντας τα αισθητικά πρότυπα του νεοκλασικισμού, τα περισσότερα δημόσια κτίρια και ιδιωτικά μέγαρα της Αθήνας. Πάνω από 170 σχέδια νέων πόλεων ή επεκτάσεων εγκρίθηκαν κατά τον 19ο αιώνα. Μέσα από αυτά τα σχέδια, η πολιτεία επιτελεί έναν τριπλό στόχο. Απ’ τη μία προωθεί τη δημιουργία ενός ομοιογενούς αστικού χώρου, απ’ την άλλη αναπαριστά την αναγέννηση της χώρας, εκφράζει τον κλασικό της προσανατολισμό και ισχυροποιεί τη σύγχρονη νεωτερική της ταυτότητα ενώ ταυτόχρονα συνδέεται με το αρχαίο της παρελθόν αποκαθιστώντας την ιστορική της συνέχεια.

Η κατάσταση της σύγχρονης Ελλάδας στα μάτια πολλών Δυτικών συνέπιπτε με την «κοσμική εκδοχή της Πτώση από τον Παράδεισο». Η ανακάλυψη των σημαδιών της τουρκικής επίδρασης (ορισμένοι ίσως πρόσθεταν και της βυζαντινής) στην πολιτισμική κληρονομιά μιας χώρας που όφειλε να εμφανίζεται ως κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, δεν μπορεί παρά να προκαλεί απογοήτευση και εξορισμού να τοποθετεί τους σύγχρονους Έλληνες σε πολιτισμικά υποβαθμισμένη και ταπεινωτική θέση.

Οι Γερμανοί που δούλεψαν ή εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα συνάντησαν μια χώρα με τρομερή φτώχια και επιδημίες και –κυρίως– με έναν λαό που δεν είχε καμία σχέση με τους Έλληνες του Hölderlin, του David και του Winckelman. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι αντιλήψεις και αναπαραστάσεις για την Ελλάδα επέδρασαν καθοριστικά στη διαχείριση και διαμόρφωση του αστικού τοπίου. Αξίζει λοιπόν να δούμε πώς ο τόπος οργανώνεται σε τοπικό επίπεδο, πώς ο τόπος στον οποίο παραπέμπουν οι ταξιδιώτες επηρεάζει τον λόγο των ‘ντόπιων’ κατοίκων .

Η σύγχρονη πόλη, αν επιθυμούσε να λάβει μέρος στον στίβο της ‘προόδου’, όφειλε να αποκαθαρθεί από τα ανεπιθύμητα σημάδια του οθωμανικού παρελθόντος. Συνέπεια αυτής της ‘καθαρεύουσας’ επιλογής, πέρα από τη ψυχολογική σύγχυση και την κρίση ταυτότητας που προκάλεσε στις μάζες των ντόπιων κατοίκων, ήταν και οι τρομερές καταστροφές που επέφερε στα μεταγενέστερα στρώματα του παλίμψηστου της πόλης. «Ακριβώς όπως η επίσημη γλώσσα, έτσι και η επίσημη πόλη είναι καθαρεύουσα. Ακριβώς όπως η γλώσσα, έτσι και η πόλη αποτίναξε κάθε μεταγενέστερη κληρονομιά, γύρεψε να μηδενίσει τον ενδιάμεσο χρόνο».

Σύμφωνα με τον Φιλιππίδη (1984:78) «ενδεικτικό σημείο της απόρριψης κάθε επαφής με το πρόσφατο παρελθόν είναι […] η συχνότητα καταστροφής των βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων […] σε πολλές ανασκαφές ακολουθούσαν την ίδια πάντα τακτική: καταστροφή όλων των μεταγενέστερων στρωμάτων ώσπου να αποκαλυφθούν οι κλασικές αρχαιότητες».


Οι παράγοντες που καθόρισαν την επιλογή της νέας πρωτεύουσας και σε μεγάλο βαθμό όρισαν το μέλλον της, όπως είδαμε και παραπάνω, ήταν κυρίως πολιτισμικοί και ιδεολογικοί παρά πρακτικοί. Η απόφαση φυσικά, δεν ήταν ομόφωνη. Τα διάφορα τοπικά συμφέροντα σε συνδυασμό με το αποκεντρωτικό σύστημα της Τουρκοκρατίας προωθούσαν πόλεις σε διάφορα μέρη της χώρας. Η Κόρινθος, τα Μέγαρα, το Άργος, η Τρίπολη, η Σύρος και φυσικά το Ναύπλιο ήταν μερικές μόνο από τις προτάσεις.

Η γοητεία ωστόσο που ασκούσε η Αθήνα, περισσότερο βέβαια ως ιδέα και λιγότερο ως πραγματική πόλη, συνοψίζεται στα λεγόμενα του Georg Ludwig von Maurer, μέλος της τριμελούς βαυαρικής αντιβασιλείας. «..υπέρ της Αθήνας» έγραψε «συνηγορούσαν όλες εκείνες οι αναμνήσεις για τον αττικό πολιτισμό, για τις τέχνες, για τις επιστήμες, για την αθάνατη πολεμική της δόξα. […] Ποιος βασιλιάς θα μπορούσε να διαλέξει άλλη έδρα για την Κυβέρνησή του, τη στιγμή που έχει στα χέρια του την πνευματική έδρα του κόσμου;»

Την εποχή της ανεξαρτησίας, η Αθήνα δεν ήταν παρά ένα έρημο και ερειπωμένο χωριό και ο Πειραιάς μια αφιλόξενη και ακατοίκητη ακτή. Ο πληθυσμός της το 1834, οπότε και ανακηρύχτηκε επίσημα σε πρωτεύουσα, δεν ξεπερνούσε τις 12.000. Όλοι σχεδόν οι ξένοι ταξιδιώτες της εποχής, αλλά και πολλοί κάτοικοι, συμφωνούν στο ότι η Αθήνα δε διέθετε την κατάλληλη υποδομή για μια πρωτεύουσα.

Ο νεαρός αρχιτέκτονας Cristian Hansen που σχεδίασε το Πανεπιστήμιο και άλλα κτίρια, έγραψε το 1837: «Θα μου ήταν αδύνατο να περιγράψω την πρώτη εντύπωση που μου προξένησε η Αθήνα, μια πόλη τελείως κατεστραμμένη, με τα υπέροχα λείψανα της αρχαιότητας να κείτονται σε σωρούς από ερείπια. Ελάχιστα σπίτια είχαν στέγη και οι δρόμοι ήταν αδιάβατοι επειδή δεν υπήρχε τίποτα όρθιο. Την ίδια εικόνα ερήμωσης παρουσίαζαν και οι γύρω αγροί, που έμοιαζαν να μην είχαν καλλιεργηθεί ποτέ».

Όταν έγινε η επιλογή της Αθήνας ως Πρωτεύουσας του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, η Αθήνα ήταν ένα χωριό 4.000 κατοίκων και ο Πειραιάς μια ασήμαντη ιχθυόσκαλα («Ήσαν δε τότε [1834] αι Αθήναι κωμόπολις 10 ή 12.000 κατοίκων, πλήρης ερειπίων, ολίγας οικίας παρά τους πρόποδας της Ακροπόλεως έχουσα»).
Τον Οκτώβριο του 1824, επί φρουραρχίας Γκούρα, πραγματοποιήθηκε μια καταγραφή στην επαναστατημένη Αθήνα, σύμφωνα με την οποία στην Πόλη υπήρχαν 9.040 κάτοικοι και 1.605 σπίτια, που κατανέμονταν σε 35 ενορίες. Την εποχή εκείνη, η πράγματι μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη είχε περί τις 60.000 κατοίκους, η δε Τρίπολη και η Πάτρα περί τις 15.000…

Τον Αύγουστο του 1832 μετά τις περιπέτειες του απελευθερωτικού πολέμου• αναφωνεί ο Λουδοβίκος Ρος: «Αυτό δεν είναι αι ιοστεφείς και περίφημοι Αθήναι. Αυτό είναι μονάχα ένας θεόρατος σωρός ερείπια, μια άμορφη [...] γκριζωπή μάζα στάχτης και σκόνης, απ’ όπου ξεπροβάλλουν μια δωδεκάδα φοίνικες και κυπαρίσσια, τα μόνα που αντιστέκονται στην καθολική ερήμωση.

Την ίδια περίπου εποχή (1832-1833) επισκέπτεται την Αθήνα και ο αποσπασμένος στο εκστρατευτικό σώμα του Στρατηγού Maison, J.L. Lacour: «Η καρδιά σφίγγεται φτάνοντας στην Αθήνα. Νέα ερείπια καλύπτουν τα αρχαία, τα καταχωνιασμένα μέσα στη γη. [...] Στενά, σκοτεινά, λασπώδη, ακανόνιστα δρομάκια. Βρώμικα, καπνισμένα και δυσώδη μαγαζιά, με πραμάτειες που θα τις περιφρονούσαν ως και οι πλανόδιοι πωλητές στα χωριάτικα πανηγύρια μας, κι όλα αυτά περικυκλωμένα από ένα χονδροειδές τοιχίο, να τι έχει αντικαταστήσει το Ωδείο του Περικλέους, το Ελευσίνιο, το Λύκειο, τους Κήπους και τον Ναό της Αφροδίτης, τις Πύλες του Ερμού, [...] και τα λοιπά μνημεία, των οποίων μόνον τα ονόματα έχουν απομείνει».

Ο εκ των Αντιβασιλέων Georg Maurer, που έφθασε στην Αθήνα το 1833 κατά τη διάρκεια της πρώτης επίσκεψης του Όθωνα, σημειώνει: «Η Αθήνα που πριν απ’ τον Απελευθερωτικό Πόλεμο αριθμούσε 3.000 περίπου σπίτια, τώρα δεν είχε ούτε 300. Τα άλλα είχαν μεταβληθεί σ’ έναν άμορφο σωρό από πέτρες».
O Thomas Abbet-Grasset παρατηρεί τον Οκτώβριο του 1834: «Δεν υπάρχουσιν όμως πλέον Αθήναι. Εις τον τόπον της ωραίας δημοκρατίας απλούται σήμερον πενιχρά πολίχνη, μαύρη εκ των καπνών, σιωπηλή ως φύλαξ των νεκρών μνημείων, με στενούς και ασύμμετρους δρομίσκους»..


Tο 1896 η Αθήνα ήταν πλέον μια πόλη με 123.000 κατοίκους, καλοσχεδιασμένες λεωφόρους, δεντροφυτεμένες πλατείες και επιβλητικές δημόσιες και ιδιωτικές οικοδομές. Ο Τραυλός συνοψίζει τη σημασία του πολεοδομικού σχεδιασμού στο νέο κράτος ως εξής: «Η ιστορία της πολεοδομικής εξελίξεως των νεώτερων Αθηνών είναι μια ατελεύτητος σειρά τροποποιήσεων και επεκτάσεων του αρχικού σχεδίου της πόλεως, περιλαμβανομένων εις υπερδισχίλια διατάγματα».

Το αρχικό σχέδιο της πόλης ανέλαβαν και εκπόνησαν, το 1833, ο Σταμάτιος Κλεάνθης και ο Eduard Schaubert. Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και πριν από την άφιξη του Όθωνα, η προσωρινή ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε στους δύο νέους αρχιτέκτονες το σχεδιασμό των νέων Αθηνών. Όπως ανέφερε αργότερα ο Κλεάνθης, το σχέδιο έπρεπε να είναι: «εφάμιλον της αρχαίας δόξης και λαμπρότητος της πόλεως ταύτης, και άξιον του αιώνος εις τον οποίον ζώμεν». Οι δύο αρχιτέκτονες σχεδίασαν τη νέα πρωτεύουσα σύμφωνα με τις πολεοδομικές αρχές που επικρατούσαν στις νεοκλασικές κηπουπόλεις του πρώιμου 19ου αιώνα.

Η Αθήνα των Κλεάνθη και Schaubert είχε έκταση 2.890 στρέμματα και είχε υπολογιστεί ότι θα ‘στέγαζε’ 35-40.000 κατοίκους. Το σχέδιο που πρότειναν συνοδευόταν από ένα εκτενές υπόμνημα όπου περιέγραφαν την ιδέα της πόλης που οραματίζονταν και ανέλυαν τις λεπτομέρειες της σύνθεσης.


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Όταν η αρχαία Ελληνική μυθολογία "εμπνέει" καλλιτεχνικά αλλά και "σημαίνει εσωτερικά" , Δαίδαλος και Ίκαρος, αποσυμβολισμός.


Icarus, by Andy Scott,outside Prestwick Airport, Scotland, United Kingdom

Ο Ίκαρος ήταν γιος του Δαίδαλου και φυλακίστηκαν από τον Βασιλιά Μίνωα στον Λαβύρινθο διότι ο Δαίδαλος ως κατασκευαστής του Λαβύρινθου βοήθησε τη Αριάδνη, και τον Θησέα, στον φόνο του Μινώταυρου, και στην έξοδο από τον λαβύρινθο.

Ο Δαίδαλος κατασκευάζει δύο ζευγάρια φτερά από πούπουλα και κερί, ένα για τον ίδιο και ένα για τον Ίκαρο. Πριν ξεκινήσει η πτήση ο Δαίδαλος έδωσε οδηγίες στον γιο του Ίκαρο, για την πτήση προειδοποιώντας τον πως αν πλησίαζε πολύ κοντά στο νερό της θάλασσας, η υγρασία θα πότιζε τα πούπουλα που θα βάραιναν και θα έκαναν τα φτερά άχρηστα. Εάν επίσης πετούσε πολύ ψηλά κοντά στον ήλιο, η ψηλή θερμοκρασία θα έλιωνε το κερί και τα φτερά θα καταστρέφονταν.

Ο Ίκαρος συμφώνησε αλλά ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με το πέταγμα που παρασύρθηκε, και το μετέτρεψε σε παιχνίδι αψηφώντας τις οδηγίες του πατέρα του. Ανέβηκε ψηλά στον ουρανό, τόσο ψηλά που ο ήλιος έλιωσε το κερί, τα φτερά του διαλύθηκαν και αυτός έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε.

Ο συμβολισμός είναι απλός αλλά εξαιρετικά σημαίνων. Εν τάχει, όταν ο άνθρωπος γίνεται αλαζόνας τότε εγκλωβίζεται στα σκοτάδια μιας φυλακής την οποία έχει κατασκευάσει ο ίδιος για τον εαυτό του.

Η πτώση και ο τραγικός θάνατος του Ικάρου, συνέπεια της μέθης του ενθουσιασμού, αλλά και της απερίσκεπτης χρήσης της γνώσης, πιστοποιεί την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, της ψυχής, που είναι δέσμια του υλικού της σώματος. Ξεπερνώντας το μέτρο και θέλοντας να γίνει ο ίδιος Θεός, ξεχνά την θνητή του φύση. Η θεϊκή του φύση δεν είναι μόνο εκεί που την αναζητά στα όρια του Ουρανού, αλλά εγγύτερα από όσο υποψιάζεται. Βρίσκεται κρυμμένη μέσα του, στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του νου και της καρδιάς του. Εάν δεν το αντιληφθεί αυτό, και παρόλα αυτά συμπεριφέρεται αλαζονικά μη σεβόμενος τόσο την φύση, όσο και την φύση του, τότε διαπράττει ύβρη και επέρχεται αναπόφευκτα η Νέμεσις.

Ως επίλογο θα χρησιμοποιήσω ένα σχετικό απόσπασμα από τις Διατριβές του Επίκτητου :

« Έχεις μέσα σου ένα κομμάτι απ' το Θεό. Γιατί λοιπόν αγνοείς αυτή τη συγγένεια; Αν ήταν μπροστά σου ένα άγαλμα του Θεού, δε θα τολμούσες να κάνεις τίποτα απ' όσα κάνεις τώρα. Κι ενώ είναι ο ίδιος ο Θεός παρών μέσα σου και τα βλέπει όλα και τ' ακούει, δε ντρέπεσαι να κάνεις το κακό, μη έχοντας συναίσθηση του τι είναι η φύση σου; Εσύ, που είσαι το κατασκεύασμα αυτού του Δημιουργού, θέλεις να το καταισχύνεις; Κι όμως, ο Θεός όχι μόνο σε κατασκεύασε, αλλά εμπιστεύτηκε και παρέδωσε σε σένα τον εαυτό σου. Κι εσύ δε θα το θυμηθείς αυτό, αλλά θα ντροπιάσεις τη κηδεμονία σου; Αν ο Θεός σού παρέδωσε τον εαυτό σου και είπε: Δεν είχα άλλον, που να τον εμπιστευόμουν περισσότερο από σένα. Φύλαγε μου αυτό τον άνθρωπο, όπως είναι η φύση του: Ταπεινό, πιστό, υψηλόφρονα, ατρόμητο, χωρίς πάθη, ατάραχο. Κι εσύ δε θα Του τον φυλάξεις;»

Και ο Καζαντζάκης ίσως συμπλήρωνε: «Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις - το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα 'ναι πολύ αργά.»

Υ.Γ. Ο Πλάτωνας στον "ΦΑΙΔΩΝ" ή περί ψυχής 109a γράφει: 

«Λέγεται λοιπόν, ω συνομιλητή, πως η γη είναι, αν την έβλεπε κανείς από ψηλά σαν τις σφαίρες (μπάλες ποδοσφαίρου)* που είναι από δώδεκα κομμάτια διαφορετικού δέρματος. Δηλαδή είναι πολύχρωμη σφαίρα και τα μέρη της ξεχωρίζουν από τα χρώματα που έχει το καθένα, ενώ τα χρώματα που χρησιμοποιούν οι ζωγράφοι μας εδώ, δεν είναι παρά απομιμήσεις εκείνων των χρωμάτων.

Εκεί λοιπόν όλη η γη είναι χρωματισμένη απ αυτά τα χρώματα, που είναι πιο λαμπερά και καθαρά από τα εδώ. Κάποιο μέρος της είναι πορφυρό και καταπληκτικό στην ομορφιά,ενώ άλλο χρυσωπό, άλλο λευκότερο από το γύψο και το χιόνι, και έτσι είναι χρωματισμένη και με τα άλλα χρώματα, και ακόμα περισσότερα, και ωραιότερα από όσα εμείς έχουμε δει. Γιατί ακόμα και οι κοιλότητες της που είναι γεμάτες αέρα και νερό, παίρνουν μια απόχρωση λαμπερή μέσα στην ποικιλία των άλλων χρωμάτων, ώστε να δίνει την εντύπωση μιας ενιαίας εικόνας πολύχρωμης..

..Έχω πεισθεί λοιπόν , ότι η γη είναι σφαιρική και δεν έχει ανάγκη ούτε αέρος ούτε άλλου στηρίγματος δια να μην πέσει. Αλλά αρκεί δια να συγκρατείται η ομοιογένεια του ουρανού αυτού, προς εαυτόν σε όλα τα σημεία και η ισορροπία αυτής της ίδιας της γης,επειδή κάθε πράγμα που ισορροπεί εντός ομοιογενούς περιβάλλοντος που και αυτό τελείεν ισορροπία δεν μπορεί να κλίνει προς καμία πλευρά και θα παραμείνει ακλινές δηλ αμετακίνητο».

Ερμηνεία: Η ψυχή δεν γνωρίζει όρια...Παρόμοιες αναφορές δεν σημαίνουν κατ' ανάγκη πτήσεις με ιπτάμενους δίσκους...Για να ερμηνεύσουμε τους αρχαίους πρέπει να σκεπτόμαστε όπως αυτοί, κατανοώντας την εποχή τις ανάγκες και τις συνθήκες της εποχής τους, πράγμα καθόλου εύκολο....

Μυσταγωγία-Μυθαγωγία